Αἰνησίου

Αἰνησίης
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Πρόννοι — Μία από τις 4 ομόσπονδες, αλλά αυτεξούσιες, πόλεις της αρχαίας Κεφαλληνίας, στη νοτιοανατολική ακτή του νησιού και κοντά στον Aίνο. Στην πόλη αυτή λάτρευαν τον Δία Αινήσιο, που τον έλεγαν έτσι επειδή στην κορυφή του Αίνου υπήρχε ναός του Δία.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.